.
.

Μεγάλες διαφορές στις ενεργειακές τιμές εντός της Ευρωπαϊκής Ενωσης


Σοκαριστικά για το μέλλον της ευρωπαϊκής βιομηχανίας είναι τα στοιχεία για το ενεργειακό κόστος που δημοσιοποίησε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ανακοινώνοντας το σχέδιο πολιτικής για την κλιματική αλλαγή με ορίζοντα το 2030. Οι ευρωπαϊκές τιμές αερίου για τη βιομηχανία είναι 3-4 φορές υψηλότερες από ό,τι στις ΗΠΑ, την Ινδία και τη Ρωσία και 12% υψηλότερες σε σχέση με την Κίνα. Οι τιμές ηλεκτρισμού για τη βιομηχανία είναι πάνω από διπλάσιες συγκριτικά με τις ΗΠΑ και τη Ρωσία και 20% υψηλότερες σε σχέση με την Κίνα.
Για την ελληνική βιομηχανία τα πράγματα είναι ακόμη πιο τραγικά, αφού το ενεργειακό κόστος είναι ακόμη πιο υψηλό από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Οι τιμές -για παράδειγμα- που προμηθεύεται η βιομηχανία στην Ελλάδα το φυσικό αέριο είναι στα επίπεδα των 52 ευρώ η μεγαβατώρα, όταν στην Ισπανία είναι 36 ευρώ, στη Γερμανία 35, στη Βουλγαρία 32 και στις ΗΠΑ μόλις 9 ευρώ η μεγαβατώρα.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρατηρεί στη σχετική έκθεση που έδωσε στη δημοσιότητα,- ότι οι ευρωπαϊκοί μέσοι όροι κρύβουν τεράστιες διακυμάνσεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι η υψηλότερη τιμή που καταγράφεται εντός της Ε.Ε. είναι 2,5 έως 4 φορές μεγαλύτερη από την αντίστοιχη χαμηλότερη τιμή. Οι αλλαγές που καταγράφονται στις ενεργειακές τιμές μεταξύ των κρατών-μελών κυμαίνονται από -34% έως +55%. Ενδεικτικά, αναφέρεται ότι ενώ το φυσικό αέριο στην Ευρώπη αυξήθηκε κατά μέσο λιγότερο από 1%, υπάρχουν βιομηχανίες στις οποίες η αύξηση του κόστους έφτασε από 27% έως 40% το διάστημα 2010-2012.

Σε ό,τι αφορά τον ηλεκτρισμό, η έκθεση της Ε.Ε. σημειώνει ότι, παρά το γεγονός ότι οι τιμές χονδρικής κατέγραψαν πτώση 35%-45% το διάστημα 2008-2012, οι τιμές λιανικής αυξήθηκαν κατά 17,5% για τη βιομηχανία και κατά 20% για τα νοικοκυριά. Η έκθεση αποδίδει τις αυξήσεις τιμών στην ηλεκτρική ενέργεια στους φόρους και στις διάφορες εισφορές. Οι φόροι αποτελούν τη συνιστώσα των τιμών λιανικής που καταγράφει τη μεγαλύτερη άνοδο από το 2008. Εχουν αυξηθεί κατά 36,5% για τα νοικοκυριά και κατά 127% για τη βιομηχανία.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το ενημερωτικό σημείωμα της Επιτροπής σχετικά με την Ελλάδα. Η πρώτη σημαντική αναφορά είναι αυτή στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ). Η Κομισιόν παρατηρεί ότι η στήριξη των ΑΠΕ στην Ελλάδα έχει οδηγήσει σε υπερ-αποζημιώσεις, κάτι το οποίο δεν μπορεί να συνεχιστεί σε βάθος χρόνου. Η συγκεκριμένη αναφορά σχετίζεται, όπως προκύπτει από τα στοιχεία που παραθέτει η Κομισιόν, με τον κλάδο των φωτοβολταϊκών. Επισημαίνει την ανάγκη μεταρρυθμίσεων στον τομέα των επιδοτήσεων, έτσι ώστε, πέραν όλων των άλλων, οι καταναλωτές να μην επωμίζονται πρόσθετα βάρη. Η Κομισιόν αναφέρεται επίσης στις γενικότερες προκλήσεις του ενεργειακού κλάδου στην Ελλάδα και ειδικότερα στην ανάγκη ενίσχυσης του ανταγωνισμού στις αγορές φυσικού αερίου και ηλεκτρισμού καθώς και της βελτίωσης της αποδοτικότητας της ΔΕΗ. Η Ε.Ε. διαπιστώνει, τέλος, ότι η Ελλάδα αποτελεί μια αγορά με υψηλή ενεργειακή εξάρτηση, η οποία το 2010 είχε ανέλθει σε 69%. Για το 2030 προβλέπει ότι θα ανεβεί στο 79,3%, κυρίως λόγω της μείωσης της λιγνιτικής παραγωγής.

Πρωτοβουλίες από την Ε.Ε., για την αντιμετώπιση της τεράστιας και αυξανόμενης διαφοράς στο κόστος ενέργειας που προκαλούν οι περιβαλλοντικές πρωτοβουλίες, ζητεί με σχετική ανακοίνωσή της η Ενωση Βιομηχανικών Καταναλωτών Ενέργειας (ΕΒΙΚΕΝ) που εκπροσωπεί την εγχώρια ενεργοβόρο βιομηχανία. Η ΕΒΙΚΕΝ επισημαίνει ότι η υιοθέτηση ακόμα πιο επιθετικών στόχων για το κλίμα επιτείνει τον κίνδυνο αποβιομηχάνισης και απώλειας εκατομμυρίων θέσεων εργασίας σε Ελλάδα και Ευρώπη.
Πρωτοβουλία για τον περιορισμό του ενεργειακού κόστους
Πρόταση προς την Ε.Ε. κατέθεσε ο υπουργός Περιβάλλοντος Γιάννης Μανιάτης, για την υιοθέτηση ειδικών πολιτικών ενίσχυσης των χωρών που εμφανίζουν παρατεταμένη ύφεση και χωρών που η γεωγραφική τους θέση τις καθιστά ευάλωτες στον ανταγωνισμό, από χώρες που δεν είναι ενταγμένες στον μηχανισμό δικαιωμάτων εκπομπών ρύπων CO2. Με την πρωτοβουλία αυτή, ο κ. Μανιάτης επιδιώκει τον περιορισμό του ενεργειακού κόστους για τις ελληνικές επιχειρήσεις από το κόστος των πολιτικών για την κλιματική αλλαγή. Παραθέτει μάλιστα στοιχεία προς την Ε.Ε. τα οποία δείχνουν ότι το άμεσο και έμμεσο κόστος εκπομπών εκτιμάται σε 380 εκατ. ευρώ, ήτοι 0,2% του ΑΕΠ, και σε απώλεια 5,5 χιλιάδων θέσεων εργασίας ετησίως για την ελληνική οικονομία την περίοδο 2013-2020. Το κόστος αυτό εκτιμάται ότι θα ανέλθει στα 2,2 δισ. ευρώ και σε απώλειες 32.700 θέσεων εργασίας για την ελληνική οικονομία μετά την πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για απόσυρση από την αγορά 900 εκατ. δικαιωμάτων εκπομπών CO2.
Πηγη: Καθημερινή

0 σχόλια

Δημοσίευση σχολίου

Δημοσίευση σχολίου