.
.

Τα οφέλη από τα μέτρα στην αγορά ηλεκτρισμού

 του Δρ Νίκου Βασιλάκου* 

Από τον Ιούλιο του 2013 μέχρι σήμερα η ΡΑΕ έλαβε μια σειρά από ρυθμιστικά μέτρα με κεντρικό στόχο τη μείωση του σταθμισμένου κόστους παραγωγής του Συστήματος, μέσω της υποκατάστασης σημαντικού τμήματος της παραγωγής από σταθμούς φυσικού αερίου με λιγνιτική παραγωγή. 
Τα μέτρα αυτά έλαβαν υπ’ όψη τους και τα επιχειρήματα της ΔΕΗ και άλλων φορέων, ότι αιτία της συμπίεσης της λιγνιτικής παραγωγής αποτελούσε το τότε ισχύον θεσμικό πλαίσιο, που ωθούσε τους ιδιώτες ηλεκτροπαραγωγούς από φυσικό αέριο να μεγιστοποιούν τη παραγωγή τους, κι ότι αν αυτό τροποποιούνταν, τότε η μείωση παραγωγής των ιδιωτών θα μεταφραζόταν σε αύξηση παραγωγής για τους λιγνιτικούς σταθμούς. 

Τα ρυθμιστικά αυτά μέτρα δεν αίρουν άμεσα τις υφιστάμενες στρεβλώσεις της αγοράς, μετριάζουν όμως σημαντικά τον όποιο αρνητικό αντίκτυπό τους, αλλά ταυτόχρονα παρέχουν και τον αναγκαίο χρόνο για την ανάπτυξη και εφαρμογή νέων μηχανισμών και μέτρων, τα οποία σταδιακά θα επιτρέψουν τη διαμόρφωση συνθηκών υγιούς και ισότιμου ανταγωνισμού, περιορίζοντας έτσι την, πιεστική σήμερα, ανάγκη λήψης ισχυρών ρυθμιστικών μέτρων για τη στοιχειωδώς εύρυθμη λειτουργία της αγοράς. Τα μέτρα της ΡΑΕ περιλαμβάνουν: 

1. Την κατάργηση, από την 1η Ιουλίου 2013, του περιθωρίου επί του μεταβλητού κόστους, δηλ. από 10% σε 0%, στο Μηχανισμό Ανάκτησης Μεταβλητού Κόστους (ΜΑΜΚ). 

2. Την κατάργηση, από την 1η Ιανουαρίου 2014, του κανόνα του 30%, αναφορικά με τη δυνατότητα υποβολής προσφορών κάτω του κόστους από μονάδες ηλεκτροπαραγωγής, για το 30% της ισχύος τους. 

3. Την πλήρη κατάργηση, από την 1η Ιουλίου 2014, του Μηχανισμού Ανάκτησης Μεταβλητού Κόστους (ΜΑΜΚ). 

4. Την προσωρινή αναδιάρθρωση του Μεταβατικού Μηχανισμού Διασφάλισης Ισχύος, από την 1η Ιουλίου 2013 μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2014, οπότε και ο Μηχανισμός αυτός, στη σημερινή του μορφή, θα καταργηθεί πλήρως. Η προσωρινή αυτή αναδιάρθρωση περιλαμβάνει τα εξής: 

α) Την απένταξη από τον κατάλογο των μονάδων που λαμβάνουν πληρωμές ΑΔΙ, παλαιών μονάδων της ΔΕΗ, οι οποίες είναι πρακτικά εκτός λειτουργίας, συνολικής ισχύος 1249 MW. 

β) Την έκδοση από τις μονάδες φυσικού αερίου, τόσο της ΔΕΗ όσο και των ιδιωτών παραγωγών, συνολικής ισχύος 3998 ΜW, δεύτερου ΑΔΙ για τη διαθέσιμη ισχύ τους. 

γ) Την υποχρέωση των προμηθευτών να συμμετέχουν στο Μεταβατικό Μηχανισμό Διασφάλισης Ισχύος (ΑΔΙ) με ποσό ίσο με 56,000 €/MW και έτος (έναντι των 45,000 €/MW που ίσχυε προηγουμένως), βάσει της πραγματικής κατανάλωσης των πελατών τους, συνυπολογίζοντας στη μετρούμενη στα όρια του Συστήματος αιχμή τη διασπαρμένη παραγωγή ΑΠΕ του Δικτύου. 

Τα μέτρα, όπως ήδη αναφέρθηκε, αφορούν μικρή μεταβατική περίοδο, συνολικά 1-11/2 έτους, ώσπου οι νέοι μηχανισμοί και μέτρα που έχουν προταθεί από τη ΡΑΕ, και αφορούν ιδίως την πρόσβαση τρίτων στη λιγνιτική και υδροηλεκτρική παραγωγή (μέσω δημοπρασιών τύπου ΝΟΜΕ), να τα υποκαταστήσουν. Τα μεταβατικά αυτά μέτρα στοχεύουν αφ’ ενός στη διατήρηση μιας σχετικής οικονομικής ισορροπίας μεταξύ των συμμετεχόντων στην εγχώρια αγορά, αφ’ ετέρου στο να επιτρέψουν τη βιωσιμότητα των υφιστάμενων υποδομών ηλεκτροπαραγωγής, ώστε αυτές να είναι εν τοις πράγμασι διαθέσιμες στις νέες συνθήκες που θα διαμορφωθούν, τόσο στην εγχώρια όσο και στη διεθνή ενεργειακή σκηνή. Οι παράγοντες αβεβαιότητας που επικρατούν σήμερα στις ενεργειακές αγορές είναι καθοριστικοί, και επιβάλλουν οι όποιες ρυθμιστικές αποφάσεις να λαμβάνουν υπ’ όψη τους το ενδεχόμενο σημαντικών και απότομων μεταβολών στις επικρατούσες συνθήκες. 

Ποσοτική αποτίμηση 

Τα απολογιστικά στοιχεία λειτουργίας της εγχώριας αγοράς ηλεκτρισμού, για το πρώτο έτος πλήρους εφαρμογής των μεταβατικών μέτρων της ΡΑΕ (Αύγουστος 2013-Αύγουστος 2014), δείχνουν με τον πιο σαφή και ποσοτικά μετρήσιμο τρόπο ότι ο στόχος της Αρχής που αφορούσε τη μείωση της παραγωγής των σταθμών φυσικού αερίου υπέρ της λιγνιτικής παραγωγής έχει επιτευχθεί, καθώς επίσης και ο στόχος της συνολικής μείωσης του σταθμισμένου κόστους παραγωγής του Συστήματος. 

Συγκεκριμένα, στο ως άνω χρονικό διάστημα (Αύγ. 2013-Αύγ. 2014), η παραγωγή από τους 5 ανταγωνιστικούς σταθμούς φυσικού αερίου που λειτουργούν οι ιδιώτες παραγωγοί, ήταν χαμηλότερη κατά 58,4% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο Αύγ. 2012-Αύγ. 2013 (συνολικά, κατά 5.150.000 ΜWh λιγότερες). Αυτό μεταφράζεται σε μείωση εξόδων της ΔΕΗ για αγορές ηλεκτρικής ενέργειας από τρίτους παραγωγούς κατά περίπου 604 εκατ. € (493 εκατ. € από το μεταβλητό κόστος, 79 εκατ. € από το περιθώριο ΜΑΜΚ και 32 εκατ. € από τον ΕΦΚ). 
Υπό κανονικές συνθήκες, θα αναμενόταν η μείωση αυτή της παραγωγής των ιδιωτικών σταθμών (IPPs) να αξιοποιηθεί από τη ΔΕΗ κατά κύριο λόγο για την αύξηση της παραγωγής των λιγνιτικών της σταθμών, πράγμα το οποίο, αν συνέβαινε, για τις ως άνω 5.150.000 ΜWh, θα μεταφραζόταν σε εξοικονόμηση περίπου 250 εκατ. € για το Σύστημα, μέσα σε ένα χρόνο. Αντ’ αυτού, η μείωση της ηλεκτροπαραγωγής των IPPs μεταφράστηκε αφ’ ενός σε αύξηση της παραγωγής των μονάδων φυσικού αερίου της ΔΕΗ, οι οποίες παρήγαγαν κατά την περίοδο αυτή περίπου 2.500.000 MWh περισσότερες σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο Αύγ. 2012-Αύγ. 2013 (αύξηση 96%), αφ’ ετέρου σε αύξηση των εισαγωγών ηλεκτρικής ενέργειας, οι οποίες την εν λόγω περίοδο ήταν αυξημένες κατά περίπου 3.930.000 ΜWh σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο Αύγ. 2012-Αύγ. 2013 (αύξηση 279%). Η συμπεριφορά αυτή, παρ’ όλη τη φαινομενικά καλή διαθεσιμότητα των λιγνιτικών μονάδων και την «απελευθέρωση» ηλεκτρικού χώρου από τους ιδιώτες παραγωγούς, είχε ως αποτέλεσμα να μειωθεί η παραγωγή των λιγνιτικών σταθμών το χρονικό διάστημα Αύγ. 2013-Αύγ. 2014 κατά 660.000 ΜWh ή 2,6%, σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο Αύγ. 2012-Αύγ. 2013. Δημιουργούνται, επομένως, καίρια ερωτηματικά αναφορικά με τις πραγματικές ανάγκες του Συστήματος σε ισχύ, σε σχέση με τις πραγματικές δυνατότητες των υφιστάμενων (λιγνιτικών κυρίως) μονάδων να καλύψουν τις εν λόγω ανάγκες σε βραχυπρόθεσμο/μεσοπρόθεσμο ορίζοντα. 

Συμπεράσματα 
Από την παραπάνω ανάλυση προκύπτει σαφώς ότι τα ληφθέντα από τη ΡΑΕ μεταβατικά μέτρα αναδιοργάνωσης της εγχώριας αγοράς ηλεκτρισμού (Αποφάσεις ΡΑΕ 338 & 339/2013) υπήρξαν όντως αποτελεσματικά, παρά το γεγονός ότι οι τεχνικοί περιορισμοί λειτουργίας των λιγνιτικών σταθμών δεν επέτρεψαν την απόλυτη μεγιστοποίηση του οικονομικού οφέλους για το Σύστημα. Ακόμη και υπό αυτές τις συνθήκες, και συνυπολογίζοντας την επιρροή της αύξησης των ΑΔΙ από 01.08.2013, προκύπτει ότι η μεταβολή του μίγματος παραγωγής των θερμικών μονάδων και η κατάργηση τόσο του περιθωρίου του 10% όσο και του κανόνα του 30%, οδήγησαν συνολικά σε εξοικονόμηση μεταβλητού κόστους για το Σύστημα ύψους 285 εκατ. € σε ένα χρόνο. Αν αφαιρεθεί και το τμήμα της εν λόγω εξοικονόμησης που οφείλεται στη μείωση της παραγωγής των θερμικών μονάδων, προκύπτει καθαρό διαφορικό όφελος για τη χρονική περίοδο Αύγουστος 2013-Αύγουστος 2014 περίπου 110 εκατ. €. 
Σημειώνεται ότι για να μπορέσει να εκτιμηθεί σωστά το αποτέλεσμα των μέτρων αναδιοργάνωσης της αγοράς της ΡΑΕ, χωρίς να επηρεάζεται από άλλες συγκυριακές αλλαγές στο παραγωγικό μίγμα που επήλθαν σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο Αύγ. 2012-Αύγ. 2013 (μειωμένη διαθεσιμότητα υδροηλεκτρικών, αύξηση των καθαρών εισαγωγών), η παραπάνω ανάλυση επικεντρώθηκε στις θερμικές μονάδες. 

Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι εάν καταργείτο ο ΕΦΚ στο φυσικό αέριο που χρησιμοποιείται στην ηλεκτροπαραγωγή, θα υπήρχε μια επιπλέον εξοικονόμηση περίπου 100 εκατ. € κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα (Αύγ. 2013-Αύγ. 2014).

*Ο Δρ Νίκος Βασιλάκος είναι Πρόεδρος της ΡΑΕ



Πηγή:www.capital.gr

0 σχόλια

Δημοσίευση σχολίου

Δημοσίευση σχολίου