.
.

Η Ελλάδα πρέπει να αποκτήσει τα δωρεάν δικαιώματα εκπομπών

Στις 15 Ιουλίου 2015, η Κομισιόν έθεσε σε δημόσια διαβούλευση πρόταση Οδηγίας που αφορά το Ευρωπαϊκό Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών Αερίων του Θερμοκηπίου για την περίοδο 2021-2030.
Προκειμένου να προστατεύσει τις πιο ευάλωτες οικονομίες κρατών-μελών της Ε.Ε. και να τονώσει την ανάπτυξή τους, η πρόταση προβλέπει τη δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων εκπομπών στην ηλεκτροπαραγωγή για τα κράτη με κατά κεφαλήν ΑΕΠ χαμηλότερο από το 60% του μέσου όρου της Ε.Ε., με έτος αναφοράς το 2013. Σε όλα τα υπόλοιπα κράτη δεν εκχωρούνται καθόλου δωρεάν δικαιώματα στην ηλεκτροπαραγωγή, με αποτέλεσμα το σχετικό κόστος να ενσωματώνεται στις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, χονδρικής και λιανικής, αυξάνοντάς το σημαντικά.

Σημειώνεται ότι υπάρχουν 10 χώρες που πληρούν το παραπάνω κριτήριο του κατά κεφαλήν ΑΕΠ για το 2013 (π.χ. Πολωνία, Βουλγαρία κ.ά.). Η Ελλάδα ξεπερνά ελαφρώς το κριτήριο για το 2013 (62%), αλλά το πληροί για το 2014 (59,7%).

Ετσι, λόγω της χρήσης του 2013 ως έτους αναφοράς, η Ελλάδα δεν μπορεί να εκμεταλλευτεί τη βοήθεια που προσφέρει η Ε.Ε. στις χώρες με οικονομικές δυσκολίες. Η είσοδος της Ελλάδας στο γκρουπ των χωρών με δωρεάν δικαιώματα εκπομπών στην ηλεκτροπαραγωγή θα είναι κρίσιμης σημασίας για τη διατήρηση των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας σε χαμηλά επίπεδα, την προσέλκυση νέων επενδύσεων και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων.

Η Ελλάδα έχει μια ιδιάζουσα γεωγραφική θέση, στην άκρη της Ευρώπης, χωρίς ισχυρές ηλεκτρικές διασυνδέσεις με άλλα κράτη της Ε.Ε. Ολες οι γειτονικές χώρες, με εξαίρεση την Ιταλία, δεν έχουν υποχρεώσεις για την αγορά δικαιωμάτων εκπομπών για την ηλεκτροπαραγωγή, είτε επειδή δεν είναι μέλη της Ε.Ε. (Τουρκία) είτε επειδή απαλλάσσονται από την υποχρέωση αυτή λόγω χαμηλού ΑΕΠ (Βουλγαρία). Αυτό δημιουργεί στρεβλώσεις στις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας και στον ανταγωνισμό, γεγονός που αποτυπώνεται στις πολύ υψηλές εισαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας. Παράλληλα, τίθεται εν αμφιβόλω η βιωσιμότητα της ίδιας της ΔΕΗ.

Φαντάζει οξύμωρο στη Φλώρινα να λειτουργεί μια σύγχρονη και φιλική προς το περιβάλλον λιγνιτική μονάδα της ΔΕΗ, η ανταγωνιστικότητα της οποίας μειώνεται από το κόστος των δικαιωμάτων ρύπων, την ώρα που η Ελλάδα εισάγει ηλεκτρική ενέργεια από ρυπογόνες μονάδες που βρίσκονται λίγα χιλιόμετρα μακριά από τα σύνορα. Και αυτό, γιατί η λιγνιτική παραγωγής της γειτονικής χώρας είναι φθηνότερη της ελληνικής, καθώς δεν επιβαρύνεται από το κόστος της αγοράς δικαιωμάτων ρύπων. Η ΔΕΗ τάσσεται υπέρ της μείωσης των τιμών για τα δικαιώματα CO2, όχι για να γεμίσει η χώρα με λιγνιτικούς σταθμούς, αλλά με στόχο τη μείωση του ενεργειακού κόστους, ώστε να υποβοηθηθεί η επανεκκίνηση της οικονομικής ανάπτυξης, η προσέλκυση επενδύσεων και η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Εξάλλου, οι επενδύσεις της ΔΕΗ γίνονται για αντικατάσταση παλαιών και ρυπογόνων μονάδων με σύγχρονες και πιο αποδοτικές, που μειώνουν σε σημαντικό βαθμό τους εκπεμπόμενους ρύπους, συμβάλλοντας έτσι και στην επίτευξη των εθνικών στόχων για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής. Επομένως, το επενδυτικό πρόγραμμα της ΔΕΗ οδηγεί συνολικά σε ένα θετικό αποτύπωμα για το περιβάλλον.

Ταυτόχρονα οφείλουμε να επισημάνουμε ότι η χώρα πρέπει να συνεχίσει για τα επόμενα χρόνια να στηρίζει και να στηρίζεται στη λιγνιτική παραγωγή για τη διασφάλιση ομαλών συνθηκών εφοδιασμού και σταθερότητας του συστήματος.

Πέραν των ανωτέρω, ο ενεργειακός σχεδιασμός θα πρέπει να λάβει υπόψη τις επιπτώσεις στην οικονομική δραστηριότητα και στην απασχόληση στη Δυτική Μακεδονία, όπου ήδη η ανεργία και ειδικά των νέων βρίσκεται σε απαράδεκτα υψηλά επίπεδα. Τον δρόμο δείχνουν οι επενδύσεις ύψους 1,4 δισ. ευρώ για την κατασκευή της σύγχρονης «Πτολεμαΐδας V» που θα τονώσουν την απασχόληση και θα βελτιώσουν τις περιβαλλοντικές συνθήκες.

Είναι προφανώς ανάγκη όλες οι παραγωγικές δυνάμεις της χώρας να συσπειρωθούν ώστε να δοθεί επιτυχώς η μάχη για να συμπεριληφθεί και η Ελλάδα στην ομάδα των χωρών-μελών της Ε.Ε. με δωρεάν δικαιώματα εκπομπών στην ηλεκτροπαραγωγή. Η Ελλάδα, δυστυχώς, πληροί πλέον τα ουσιαστικά κριτήρια και το πνεύμα της σχετικής Οδηγίας για χαμηλό ΑΕΠ, εάν ως έτος αναφοράς για το κατά κεφαλήν ΑΕΠ ληφθεί υπ’ όψιν όχι το 2013, αλλά το 2014. Αξίζει να τονιστεί ότι με αυτή την αλλαγή δεν θα υπάρξει καμία άμεση ή έμμεση επίπτωση σε άλλα κράτη-μέλη της Ε.Ε.

* Ο κ. Σωτήρης Χατζημιχαήλ είναι διευθυντής Στρατηγικής της ΔΕΗ.

www.kathimerini.gr

0 σχόλια

Δημοσίευση σχολίου

Δημοσίευση σχολίου