.
.

7 μεγάλες ευρωπαϊκές εταιρείες ηλεκτρισμού απέναντι στις προσπάθειες της ΔΕΗ για δωρεάν δικαιώματα ρύπων

Έναν μάλλον απρόσμενο αντίπαλο συναντά η διεκδίκηση ώστε η χώρα μας να μπορεί να έχει δωρεάν δικαιώματα ρύπων στο νέο αναθεωρημένο πλαίσιο εμπορίας ρύπων για την περίοδο 2021-2030.
Το θέμα απασχολεί ιδιαίτερα τη ΔΕΗ, λόγω των λιγνιτικών μονάδων, όπως και γιαυτο καταβάλλει σοβαρές προσπάθειες σε αυτή την κατεύθυνση.

Οι σχετικές εξελίξεις αφορούν, όμως, άμεσα και τους καταναλωτές, δεδομένου ότι το κόστος αγοράς δικαιωμάτων συνυπολογίζεται στο κόστος παραγωγής, με αποτέλεσμα να περνά τελικά στον καταναλωτή μέσω της τιμής κιλοβατώρας.

Μέχρι τώρα, γνωρίζαμε ότι εμπόδια στην προσπάθεια που καταβάλει η ελληνική πλευρά έθεταν κυρίως οι 10 χώρες (Βουλγαρία, Ρουμανία, Σλοβακία, Τσεχία, Ουγγαρία, Πολωνία, Εσθονία, Κροατία, Λιθουανία και Λετονία), τα διαθέσιμα δικαιώματα των οποίων θα περιοριστούν σε περίπτωση που χορηγηθεί καθεστώς εξαίρεσης και στην Ελλάδα.

Όμως, στη σχετική συζήτηση παρενέβησαν πρόσφατα 7 μεγάλες ευρωπαϊκές εταιρίες ηλεκτρισμού, οι οποίες ζητούν από τις Βρυξέλλες να τεθούν ακόμα πιο φιλόδοξοι στόχοι για τους ρύπους.

Συγκεκριμένα, οι γαλλικές EDF και Engie, η ιταλική Enel, η πορτογαλική ΕDP, η φιλανδική Fortum , η ισπανική Iberdrola και η τσεχική CEZ υποστηρίζουν ότι το Ευρωπαϊκό Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών Ρύπων (Emissions Trading Scheme - ETS) χρειάζεται ριζική μεταρρύθμιση στην κατεύθυνση του μεγαλύτερου περιορισμού της εκπομπής.

Για να υποστηρίξουν, δε, αυτή την απαίτηση, κατέθεσαν από κοινού σχετική μελέτη στην Κομισιόν, στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής διαβούλευσης για την επικαιροποίηση των κανονισμών για την εμπορία ρύπων.

Ενδιαφέρον, βέβαια, είναι ότι δύο από τις 7 αυτές εταιρείες σχετίζονται και με την ελληνική αγορά ηλεκτρικού ρεύματος. Πρόκειται φυσικά για την EDF, η οποία ελέγχει μετοχικά την ιταλική Edison, που με τη σειρά της, ως γνωστόν, είναι μέτοχος της ELPEDISON, και για την Engie, η οποία μετέχει στην ΗΡΩΝ.

Το πλαίσιο της συζήτησης

Η ευρωπαϊκή νομοθεσία για το σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου στοχεύει σε μια πιο αποτελεσματική εφαρμογή των δεσμεύσεων που έχουν αναληφθεί για τη μείωση των εκπομπών.

Όμως, οι παράγοντες της ΕΕ προβληματίζονται εδώ και καιρό σε σχέση με την αποτελεσματικότητα του ETS και αναζητούν ποιοι όροι πρέπει να θεσπιστούν, ώστε τα δωρεάν δικαιώματα να μην καταλήγουν να στηρίζουν τη λιγνιτική παραγωγή, επιφέροντας έτσι αποτελέσματα αντίθετα από τα επιδιωκόμενα.

Η Σύνοδος Κορυφής που πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 2014 έλαβε αποφάσεις σχετικά με τους στόχους για την περίοδο 2020-2030 και τους βασικούς άξονες των κατευθυντήριων γραμμών, περιλαμβανομένων των κριτηρίων για τη χορήγηση ειδικών προνομίων σε χώρες με χαμηλό κατά κεφαλήν ΑΕΠ.

Σύμφωνα με τις προβλέψεις άρθρων 10γ & 10δ του κανονισμού για το ETS, προκειμένου οι ηλεκτροπαραγωγοί να λάβουν δωρεάν δικαιώματα για την περίοδο 2021-2030, θα πρέπει να προβούν σε κατάλληλες τροποποιήσεις των ηλεκτροπαραγωγικών μονάδων.

Η Κομισιόν αρχικά πρότεινε ότι τα κράτη μέλη που είχαν το 2013 κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε ευρώ σε τιμές αγοράς 60% κάτω από τον μέσο όρο της Ένωσης, μπορούν κατά παρέκκλιση να παρέχουν μεταβατική δωρεάν κατανομή σε εγκαταστάσεις παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας για τον εκσυγχρονισμό του ενεργειακού τομέα, κάτι που πρακτικά σημαίνει να μπορούν να λαμβάνουν δωρεάν δικαιώματα εκπομπής διοξειδίου του άνθρακα .

Όμως, υπήρξαν αρκετές αντιδράσεις, με αποτέλεσμα τον Οκτώβριο Επιτροπή Βιομηχανίας και Ενέργειας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να ψηφίσει μια συμβιβαστική τροπολογία, βάσει της οποίας επεκτείνεται η δυνατότητα εξαίρεσης και με έτος αναφοράς το 2014.

Εφόσον ισχύσει τελικά αυτή η επέκταση, τότε η Ελλάδα θα πληροί τα κριτήρια, κάτι που δε θα συμβεί σε περίπτωση που έτος αναφοράς θεωρείται μόνο το 2013.

Τα επιχειρήματα της ΔΕΗ

Από πλευράς ΔΕΗ, υποστηρίζεται ότι σε περίπτωση που δε χορηγηθεί καθεστώς εξαίρεσης στην Ελλάδα, τίθεται ζήτημα στράβλωσης του ανταγωνισμού για τις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας.

Την ώρα που οι γειτονικές χώρες, πλην Ιταλίας, δεν υποχρεούνται να αγοράζουν δικαιώματα εκπομπών για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς είτε δεν είναι μέλη της ΕΕ (Τουρκία), είτε απαλλάσσονται από την υποχρέωση αυτή λόγω του χαμηλού ΑΕΠ (Βουλγαρία), η ελληνική πλευρά υφίσταται τις συνέπειες της γεωγραφικής της θέσης και της απουσίας ισχυρών διασυνδέσεων με άλλες χώρες, που θα έλυναν ως ένα βαθμό το ζήτημα που προκύπτει με τα αυξημένα επίπεδα εισαγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.

Για να υποστηρίξει τη θέση περί αλλαγής των κριτηρίων για τη διάθεση δωρεάν δικαιωμάτων εκπομπών, η ΔΕΗ προβάλλει το επιχείρημα ότι με την των δυο νέων μονάδων “Πτολεμαίδα V” και Μελίτη II, σε συνδυασμό με την απόσυρση σταθμών ηλεκτροπαραγωγής παλαιότερης γενιάς, η χώρα μας θα έχει υπερβεί ήδη μέχρι το 2025 τους αρχικούς στόχους της ΕΕ για μείωση των εκπομπών CO2 που έχουν τεθεί για το έτος 2030.

Η παρέμβαση των 7

Σε αυτή τη συζήτηση ήρθαν τώρα να παρέμβουν οι 7 προαναφερθείσες εταιρίες, υποστηρίζοντας ότι μόνο μέσα από ένα κράμα βραχυπρόθεσμων και μακροπρόσθεσμων μέτρων, καθώς και της απαιτούμενης πολιτικής βούλησης, μπορεί να δοθεί έναυσμα στην πολυπόθητη μεταρρύθμιση, ώστε να επανοικοδομηθεί η εμπιστοσύνη της αγοράς στο ευρωπαϊκό σύστημα εμπορίας ρύπων.

Η μελέτη, η σύνταξη της οποίας ανατέθηκε στη γαλλική εταιρία παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών FTI- Compass Lexecon Energy, επισημαίνει ότι το ισχύον σύστημα βρίθει προβλημάτων, καθώς επηρεάζεται από πλήθος αντικρουόμενων πολιτικών, τόσο σε πανευρωπαϊκό, όσο και σε εθνικό επίπεδο.

Με δεδομένο το στόχο η ευρωπαϊκή βιομηχανία ηλεκτρικής ενέργειας να καταστεί ολοκληρωτικά ουδέτερη ως προς τους ανθρακορύπους μέχρι το 2050, καθώς και την επιδίωξη αυτής για τη διασφάλιση της ανταγωνιστικότητας των τιμών στη ενοποιημένη ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας, καταλαβαίνει κανείς ότι τα συμφέροντα που διακυβεύονται είναι μεγάλα.

Σε αυτά τα πλαίσια, οι 7 εταιρείες υπογραμμίζουν ότι οι περισσότερες από τις μελλοντικές επενδύσεις τελούν σήμερα υπό καθεστώς αναστολής σε ολόκληρη την Ευρώπη, καθώς η ΕΕ αδυνατεί να δώσει ένα σαφές και απαρέγκλιτο στίγμα για το πώς θα κινηθούν μακροπρόθεσμα οι τιμές των εκπομπών.

Διακυβεύεται έτσι, σύμφωνα τουλάχιστον με την εκτίμησή τους, η εμπιστοσύνη σε ένα αυθεντικά ευρωπαϊκό και με το βλέμμα στραμμένο στην αγορά εργαλείο, όπως είναι το ETS και τα περιθώρια έχουν στενέψει επικίνδυνα, όπως τονίζουν οι εκπρόσωποί τους.

Χαρακτηριστικά, ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της φινλανδικής Fortum, Πέκκα Λούντμαρκ, τονίζει ότι «χρειαζόμαστε ένα καθαρό μήνυμα για τη διασφάλιση της ανταγωνιστικότητας των υφιστάμενων δυνατοτήτων για χαμηλές εκπομπές άνθρακα και για μελλοντικές επενδύσεις».

Η μελέτη αναλύει διάφορα σενάρια αναμόρφωσης του ETS, αποτιμώντας τον πιθανό αντίκτυπο καθενός εξ αυτών στο ισοζύγιο προσφοράς και ζήτησης, καθώς και στις τιμές στην αγορά ρύπων, ενώ επιχειρείται να γίνουν και οι αντίστοιχες προβλέψεις για τη μελλοντική πορεία των εκπομπών.

Σύμφωνα με την ανάλυση αυτή, η προταθείσα από την Κομισιόν αναμόρφωση του ETS θα αποτύχει στους μακροπρόθεσμους στόχους που τίθενται.

Αυτό όμως, όπως, επισημαίνεται, δε σημαίνει ότι δεν υπάρχει επιλογές για να αποκατασταθεί η ισορροπία στην αγορά και να επανέλθει το ETS σε τροχιά επίτευξης των μακροπρόθεσμων στόχων που έχει θέσει η ΕΕ.

Ο επανασχεδιασμός της σταθερότητας της αγοράς, σε συνδυασμό με την εισαγωγή ενός αυξημένου γραμμικού συντελεστή στον αλγόριθμο υπολογισμού της μείωσης των εκπομπών, προβάλει ως ο πλέον ελπιδοφόρος, σύμφωνα με τις 7 εταιρείες, συνδυασμός που μπορεί να προσδώσει λειτουργικότητα στο σύστημα.

Όμως, ούτε αυτό από μόνο του θα αρκούσε, καθώς οι εταιρείες απαιτούν τη βελτίωση της συνοχής των αλληλεπικαλυπτόμενων πολιτικών και τον ακριβή συνακόλουθο επανακαθορισμό του ETS.

Εν κατακλείδι, όπως σημειώνει ο κ. Λούντμαρκ, «έχουμε πολλές επιλογές για τη διόρθωση των ETS. Το μόνο που χρειάζεται είναι πολιτική βούληση και νομοθετική ευελιξία, ώστε να αναμορφωθεί το σύστημα ETS στην κατεύθυνση των αρχικών του επιδιώξεων».

Αξίζει να σημειωθεί ότι η ζέση που δείχνουν προς αυτή την κατεύθυνση οι Φινλανδοί δεν είναι ανεξήγητη, αλλά έχει την οικονομική της εξήγηση: αυτή τη στιγμή το ποσοστό της ηλεκτροπαραγωγής από άνθρακα στη χώρα είναι κάτω από το 7% επί του συνόλου, με τον υπουργό Οικονομικών της χώρας, Όλι Ρεν, να ανακοινώνει πρόσφατα το στόχο εκμηδένισής του μέχρι το 2030.

Τι μέλλει γενέσθαι

Για να προχωρήσει τελικά η συμπερίληψη της Ελλάδας στις χώρες που θα λαμβάνουν δωρεάν δικαιώματα στην ηλεκτροπαραγωγή αναμένεται πλέον στις 8 Δεκεμβρίου η σχετική απόφαση της Επιτροπής Περιβάλλοντος.

Αν κι από εκεί ανάψει «πράσινο φως», τότε η τροπολογία θα ενσωματωθεί στην έκθεση που θα καταλήξει στην ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Σε περίπτωση έγκρισης της έκθεσης, οι ηλεκτροπαραγωγοί της χώρας θα μπορούν οριστικά να έχουν δωρεάν δικαιώματα ρύπων στο νέο αναθεωρημένο πλαίσιο ETS για την περίοδο 2021-2030.

energypress.gr

0 σχόλια

Δημοσίευση σχολίου

Δημοσίευση σχολίου