.
.

Οι εξελίξεις στη μετά Κυότο Εποχή (λίγο πριν την Κοπεγχάγη)

1. Η Απειλή
Η μέση θερμοκρασία της Γης παρέμεινε σταθερή για 10.000 χρόνια μέχρι την Βιομηχανική Επανάσταση. Από το 1850, που έχουμε συνεχόμενη και με ακρίβεια καταγραφή θερμοκρασιών, η μέση θερμοκρασία αυξήθηκε κατά 0.76°C. Αν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα, η μέση θερμοκρασία είναι πιθανό να αυξηθεί περαιτέρω από 1.8 – 4.0°C κατά τη διάρκεια του αιώνα που διανύουμε και ίσως να φτάσει και ως τους 6.4°C, σύμφωνα με μια ομάδα επιστημόνων που συστάθηκε από τα Ηνωμένα Έθνη για να μελετήσει αυτό ακριβώς το ζήτημα. Ο “αγώνας δρόμου” προκειμένου να αποτραπεί η αύξηση της μέσης θερμοκρασίας κατά 2°C, όριο το οποίο θεωρείται κρίσιμο, έχει ήδη αρχίσει.

Σχεδιάγραμμα 1: Στο σχεδιάγραμμα φαίνονται καθαρά οι επιπτώσεις της ανθρώπινης παρέμβασης

Ποια θα είναι, όμως, τα αποτελέσματά του;
Είναι πιθανό να μην είναι αυτά που θα θέλαμε, αν οι παγκόσμιες εκπομπές ρύπων δεν σταθεροποιηθούν γύρω στο 2020 (το αργότερο) και έπειτα, δεν μειωθούν γύρω στο μισό από τα επίπεδά τους το 1990 μέχρι το 2050. Για να περιοριστεί η παγκόσμια υπερθέρμανση του πλανήτη κατά 2°C, θα πρέπει να σταματήσουν να αυξάνουν οι παγκόσμιες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου μέσα σε 10 με 15 χρόνια και έπειτα να μειωθούν στο μισό, περίπου, των επιπέδων του 1990, το αργότερο μέχρι το 2050. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, συγκεκριμένα, από κοινού με τις περισσότερες χώρες πασχίζει να πετύχει την υπογραφή μιας νέας Παγκόσμιας Συμφωνίας προκειμένου να πετύχει τους παραπάνω στόχους. Ως πρώτο βήμα θεωρεί τη δέσμευση των βιομηχανικών χωρών πως θα προχωρήσουν στη συλλογική μείωση των εκπεμπόμενων αερίων του θερμοκηπίου κατά 30% κάτω από τα όρια του 1990 και μέχρι το 2020! Οι αναπτυσσόμενες χώρες, όπως η Κίνα και η Ινδία, θα χρειαστεί, επίσης, να περιορίσουν την αύξηση των εκπεμπόμενων ρύπων τους.

2. Το όριο των 2°C και οι συνέπειές του
Σύμφωνα με μια πρόσφατη έρευνα, μια μέση αύξηση της παγκόσμιας θερμοκρασίας γύρω στους 2°C ή παραπάνω, συγκρινόμενη με τα επίπεδα θερμοκρασίας πριν την βιομηχανική επανάσταση θα προκαλούσε επικίνδυνα και μη αναστρέψιμα αποτελέσματα, συμπεριλαμβανομένων και των παρακάτω επιπτώσεων:

2.1 Έλλειψη πόσιμου νερού
Περισσότερα από 3 δισεκατομμύρια άνθρωποι θα βρεθούν σε κίνδυνο εξαιτίας της έλλειψης νερού. Η (σύμφωνα με προβλέψεις) συνεχιζόμενη απώλεια από την υποχώρηση των στρωμάτων πάγου στην Ινδία μόνο θα προκαλέσει σοβαρότατες ελλείψεις νερού για 500 εκατομμύρια ανθρώπους και για το 37% των αρδεύσιμων εκτάσεων της χώρας.

2.2 Επισιτιστική Ανασφάλεια
Η συχνότερες ξηρασίες στην Αφρική και αλλού θα οδηγήσουν σε χαμηλότερη παραγωγή σοδειών, και θα υπάρξει γενικότερη μείωση στην παραγωγή δημητριακών και πέρα από τις χώρες που βρίσκονται στους τροπικούς.

2.3 Προβλήματα Υγείας
Τριακόσια εκατομμύρια άνθρωποι θα διατρέξουν το κίνδυνο να νοσήσουν από ελονοσία και από άλλες ασθένειες μεταδιδόμενες από το νερό. Το κόστος υγείας εξαιτίας των κλιματικών αλλαγών αναμένεται να διπλασιαστεί μέχρι το 2020, εν μέρει ως αποτέλεσμα της έντασης της ζέστης, αλλά, κυρίως, εξαιτίας των αυξημένων ποσοστών διάρροιας και ελλιπούς διατροφής στις φτωχές χώρες.

2.4 Κοινωνικο-οικονομικές αλλαγές
Οι αρχικές εκτιμήσεις των κοινωνικο-οικονομικών επιπτώσεων με μια μέση αύξηση θερμοκρασίας αναφέρονται σε απώλειες λίγων ή και μερικών εκατοστιαίων μονάδων του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ), με μια καθαρή παγκόσμια απώλεια της τάξης του 20% για μη μετριασμένες κλιματικές αλλαγές, συγκρινόμενη με μια πολύ μικρότερη μείωση σε περίπτωση έγκαιρης δράσης μετριασμού των κλιματικών αλλαγών.

2.5 Συνέπειες στα Οικοσυστήματα
Ένα ποσοστό γύρω στο 35% των ειδών που διαβιούν στον πλανήτη θα βρίσκεται στα πρόθυρα (ή θα έχει ήδη εξαφανισθεί) εξαφάνισης μέχρι το 2050, συμπεριλαμβανομένων των απωλειών μοναδικών σε αξία οικοσυστημάτων-ειδών (π.χ. Νότια Αφρική).

3. Οι αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, από την πλευρά της, θέλοντας να καταδείξει την αποφασιστικότητά της και να αποτελέσει παράδειγμα για τους εταίρους της προκειμένου να ακολουθήσουν συμφώνησε να μειώσει τις δικές της εκπομπές αερίων κατά 20%, τουλάχιστο, μέχρι το 2020, ασχέτως με το τι θα κάνουν οι υπόλοιπες χώρες.
Συγκεκριμένα αποφάσισε:

  • Να εξοικονομήσει το 20% της κατανάλωσης ενέργειας συγκριτικά με τις προβλέψεις για το 2020, βελτιώνοντας την αποδοτικότητα της ενεργειακής της παραγωγής.
  • Να αυξήσει κατά 20% τη συμμετοχή των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στη συνολική της κατανάλωση, δηλαδή, τριπλασιάζοντας, σχεδόν την παρούσα.
  • Να δεκαπλασιάσει τη συμμετοχή των βιοκαυσίμων, φτάνοντάς την στο 10% της συνολικής κατανάλωσης πετρελαίου μέχρι το 2020, με την προϋπόθεση, βεβαίως, πως τα βιοκαύσιμα δεύτερης γενιάς, τα οποία δεν προέρχονται από σοδειές προϊόντων προς βρώση, καταστούν εκμεταλλεύσιμα.
  • Να αναπτύξει και να προωθήσει χαμηλών ή ακόμη και μηδενικών εκπομπών τεχνολογίες, συμπεριλαμβανομένων και εγκαταστάσεων συλλογής και αποθήκευσης CO2.
  • Να επιτύχει την ολοκλήρωση των ενεργειακών αγορών, μέσω της δημιουργίας περισσότερο ανταγωνιστικών αγορών ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή λεκάνη.
  • Να ενοποιήσει-ολοκληρώσει περαιτέρω την ενεργειακή πολιτική με άλλες πολιτικές, όχι μόνο με την περιβαλλοντική πολιτική, αλλά και με πολιτικές για την έρευνα, τη γεωργία και το εμπόριο.
  • Να βελτιώσει την διεθνή συνεργασία: Εάν η Ε.Ε. πετύχει να έχει κοινή προσέγγιση στο θέμα της ενέργειας και καθαρή θέση, τότε δύναται να ηγηθεί της παγκόσμιας συζήτησης. Το σημείο εκκίνησης είναι το τριετές ενεργειακό σχέδιο δράσης για την Ευρώπη την περίοδο 2007-2009, που σχεδιάστηκε για να συνδυάσει τον αγώνα ενάντια στις κλιματικές αλλαγές με μεγαλύτερη ασφάλεια στην παροχή ενέργειας και στη συνεχιζόμενη οικονομική ανάπτυξη.

3.1 Οι στόχοι που πρέπει να επιτευχθούν
  • Οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφάσισαν να παράγουν το 12% της ενέργειας που καταναλώνουν από ανανεώσιμες πηγές μέχρι το 2010.
  • Το 2007, οι ευρωπαίοι ηγέτες συμφώνησαν να πάρουν ακόμη πιο σκληρά μέτρα θέτοντας δεσμευτικούς στόχους για τις χώρες μέλη, οι οποίες καλούνται τώρα να παράγουν το 20% της ενέργειάς τους από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας μέχρι το 2020.
  • Σε αυτούς τους στόχους περιλαμβάνεται μια νέα δέσμευση αύξησης του ποσοστού των βιοκαυσίμων που χρησιμοποιούνται ως μεταφορικό καύσιμο στο 10%.



Σχεδιάγραμμα 2: Οι πλειονότητα των 27 χωρών της Ε.Ε. έχουν μειώσει τις εκπομπές τους.

4. Είναι εφικτή μια “πράσινη” οικονομική ανάπτυξη;
Το ερώτημα αυτό απασχολεί πολλούς μελετητές τα τελευταία χρόνια. Ωστόσο, η Ε.Ε. έχει απαντήσει επιτυχώς, κατορθώνοντας να σπάσει τον υποτιθέμενο απαραίτητο δεσμό μεταξύ οικονομικής ανάπτυξης και αυξημένων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.
Ενώ η ευρωπαϊκή οικονομία αναπτυσσόταν μεταξύ 1990 και 2005, ταυτόχρονα οι συνολικές εκπομπές των 27 κρατών μελών της μειώθηκαν κατά 7,9%. Για τα 15 παλαιότερα μέλη η μείωση ήταν της τάξης του 1,5%. Αυτό, βεβαίως, είναι ενθαρρυντικό, αλλά χρειάζεται ακόμη να γίνουν πολλά προκειμένου η Ευρώπη των 15 να καταφέρει να μειώσει τις εκπομπές της στο 8%, ποσοστό που αποτελεί στόχο για το έτος 2012. Οι πρόσφατες εκτιμήσεις για τις μελλοντικές εκπομπές ρύπων φανερώνουν πως ο παραπάνω στόχος είναι εφικτός με την προϋπόθεση πως οι χώρες της Ε.Ε. δράσουν σύμφωνα με τα όσα έχουν αποφασισθεί

Σχεδιάγραμμα 3: Τα κόστος της τεχνολογίας μειώνεται σταδιακά

Στο παραπάνω σχεδιάγραμμα φαίνεται πως η τεχνολογία μπορεί να βοηθήσει έτσι ώστε το κόστος να μειωθεί σταδιακά. Η ιστορική εμπειρία χρήσης τεχνολογιών τόσο για τα ορυκτά καύσιμα, όσο και αντίστοιχων για χαμηλές εκπομπές άνθρακα απέδειξε πως καθώς η κλίμακα μεγαλώνει τα κόστη μειώνονται. Οι οικονομολόγοι έχουν εισάγει “καμπύλες μάθησης” στα στοιχεία κόστους προκειμένου να εκτιμήσουν το μέγεθος του αποτελέσματος. Μια τέτοια καμπύλη για μια νέα τεχνολογία παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας είναι εμφανής στο παραπάνω σχεδιάγραμμα: η νέα τεχνολογία είναι αρχικά πολύ πιο ακριβή από ότι η ήδη υπάρχουσα, αλλά καθώς η κλίμακα χρήσης μεγαλώνει, το κόστος μειώνεται και πέρα από το σημείο Α καθίσταται φθηνότερη .
Ακόμη μεγαλύτερη απόδειξη αποτελεί το γεγονός ότι οι σημάνσεις-ταμπέλες ενεργειακής κατανάλωσης στις ηλεκτρικές οικοσκευές, τα ελάχιστα επίπεδα αποδοτικότητας, καθώς και οι εθελοντικές συμφωνίες από τους κατασκευαστές έχουν ήδη επιτύχει μείωση της ενεργειακής κατανάλωσης ενός μέσου ψυγείου ή καταψύκτη κατά 50% από το 1990. Ο στόχος της Ε.Ε. να καταναλώνει 20% λιγότερη ενέργεια μέχρι το 2020 υπολογίζεται πως θα μειώσει τις ενεργειακές δαπάνες περί τα 100 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως. Αυτή τη στιγμή το 80% της ενέργειας που καταναλώνει η Ε.Ε. προέρχεται από ορυκτά καύσιμα – πετρέλαιο, φυσικό αέριο και άνθρακας. Περιορίζοντας τη χρήση ορυκτών καυσίμων, η Ε.Ε. βελτιώνει, δραστικά, την ενεργειακή της ασφάλεια (βλέπε αυτοτέλεια) και παράλληλα συμβάλει στον περιορισμό των κλιματικών αλλαγών. Αν η Ε.Ε. δεν προχωρήσει στην εφαρμογή όλων όσων έχει εξαγγείλει, τότε η εξάρτησή της από το εισαγόμενο πετρέλαιο μπορεί να φτάσει το 93% και από το εισαγόμενο φυσικό αέριο το 84% μέχρι το 2030. Προς το παρόν, η Ε.Ε. προμηθεύεται το 50% του φυσικού αερίου που καταναλώνει από μόνο τρεις προμηθευτές – τη Ρωσία, τη Νορβηγία και την Αλγερία.
Συγκεκριμένα, η εξάρτηση της Ε.Ε. από την εισαγόμενη ενέργεια (και των τριών προαναφερθέντων πηγών) ήταν της τάξης του 52,3% το 2005.

5. Η Διεθνής Συνεργασία είναι απαραίτητη
Όσο αφορά στην Ε.Ε., η εξάρτησή της από την εισαγόμενη ενέργεια θα μειωθεί, αλλά θα συνεχίσει να αποτελεί αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα. Αυτό σημαίνει συνεργασία με τις χώρες που βρίσκονται στην Ανατολή και στο Νότο – Ρωσία, χώρες της Ανατολικής Ευρώπης που έχουν κοινά σύνορα με την Ε.Ε., χώρες της κεντρικής Ασίας, χώρες της Κασπίας και της Μαύρης θάλασσας, αλλά και αυτές που βρίσκονται γύρω από τη Μεσόγειο.
Αλλά και για ολόκληρο τον πλανήτη, σύμφωνα με το WWF, η αντιμετώπιση των παγκόσμιων ενεργειακών αναγκών με ασφαλή και βιώσιμο τρόπο απαιτεί μια παγκόσμια προσπάθεια κατά την οποία κάθε χώρα οφείλει να αναλάβει τον ρόλο, αλλά και τις ευθύνες που της αναλογούν.
Μακροπρόθεσμα, οι παγκόσμιες εκπομπές ρύπων ανά έτος θα πρέπει να μειωθούν κάτω από 5 GtCO2e, που είναι η ποσότητα που η γη μπορεί να απορροφήσει χωρίς να αυξάνεται η συγκέντρωση αερίων του θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα. Η ποσότητα αυτή είναι περισσότερο από το 80% της ποσότητας που εκλύεται ετησίως, κατά την τρέχουσα περίοδο.
Συνεπώς, η ενεργειακή απόδοση (παραγωγή περισσότερης ενέργειας ανά μονάδα ενέργειας που χρησιμοποιείται) αποτελεί μέγιστη προτεραιότητα.
Το μοντέλο του WWF δείχνει πως περί το 2020 με 2025, η βελτιωμένη ενεργειακή απόδοση θα καταστήσει δυνατή την κάλυψη της αυξανόμενης ζήτησης για ενέργεια, μειώνοντας την μελλοντική ζήτηση κατά 39% ετησίως και αποφεύγοντας έτσι εκπομπές ρύπων της τάξης των 9.4 Gt άνθρακα ανά έτος μέχρι το 2050.
Η διακοπή και αναστροφή των απωλειών των δασών και της υποβάθμισης του εδάφους γενικότερα, ιδιαίτερα στους τροπικούς, αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τη θετική εξέλιξη οποιουδήποτε κλιματικού-ενεργειακού σεναρίου. Η πιθανότητα επιτυχίας των προτεινόμενων κλιματικών λύσεων μειώνεται σταδιακά από το 90% στο 35% αν δεν υπάρξει αποτελεσματική δράση κατά των εκπομπών από τη χρήση του εδάφους.
Παράλληλα, η γρήγορη και από κοινού επιδίωξη χρήσης ολόκληρου του φάσματος τεχνολογιών, όπως η αιολική, η υδροηλεκτρική, η ηλιακή PV και θερμική, καθώς και η βιο-ενέργεια είναι αποφασιστικής σημασίας, πάντοτε βεβαίως, στα πλαίσια περιβαλλοντικών και κοινωνικών ορίων, προκειμένου να διασφαλιστεί η βιωσιμότητά τους. Έως το 2050, αυτές οι τεχνολογίες θα μπορούσαν να καλύψουν μέχρι και 70% των ενεργειακών απαιτήσεων που θα έχουν απομείνει, αφότου θα έχει επιτευχθεί η βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης, μειώνοντας περαιτέρω κατά 10.2 Gt τις εκπομπές άνθρακα στην ατμόσφαιρα.

Σχεδιάγραμμα 4: Το ενεργειακό μείγμα το 2050 (WWF)

Εντούτοις, μεγάλες περικοπές στη χρήση ορυκτών καυσίμων δεν μπορούν να γίνουν χωρίς τη συνδρομή αντίστοιχα μεγάλων ποσοτήτων ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, όπως ο άνεμος και ο ήλιος, αφού πρώτα αποθηκευτούν και μετατραπούν σε καύσιμα που μπορούν να μεταφερθούν, αλλά και σε καύσιμα που μπορούν να καλύψουν τις θερμικές ανάγκες της βιομηχανίας. Νέα καύσιμα, όπως το υδρογόνο, το οποίο μπορεί να καλύψει αυτές τις ανάγκες, απαιτεί καινούργιες υποδομές για την παραγωγή και τη διανομή του. Το φυσικό αέριο ως “καύσιμο γέφυρα” μπορεί να προσφέρει μια σημαντική ευκαιρία, προκειμένου να αποφευχθεί η δημιουργία νέων μονάδων άνθρακα, παρέχοντας έτσι σημαντική εξοικονόμηση άνθρακα στο άμεσο μέλλον και δίνοντας τον απαραίτητο χρόνο στις άλλες τεχνολογίες να αναπτυχθούν.
Επίσης, αν θέλει η διεθνής κοινότητα να μην ξεπεράσει τον “προϋπολογισμό” των εκπομπών άνθρακα, επείγει η εγκατάσταση στις μονάδες που χρησιμοποιούν ως πηγή ενέργειας τον άνθρακα τεχνολογίας συλλογής και αποθήκευσης άνθρακα όσο το δυνατό συντομότερα – και μέχρι το 2050. Αυτό ενέχει σημαντικές και άμεσες επιπτώσεις ως προς τον σχεδιασμό και την τοποθέτηση νέων μονάδων, αφού η μεταφορά του διοξειδίου του άνθρακα σε απομακρυσμένους αποθηκευτικούς χώρους ανεβάζει το κόστος κατακόρυφα. Η συνολική συνεισφορά των μονάδων ορυκτών καυσίμων που ενσωματώνουν τεχνολογία συλλογής και αποθήκευσης άνθρακα θα μπορούσε να φτάσει το 26% μέχρι το 2050, αποφεύγοντας κατά αυτόν τον τρόπο εκπομπές ρύπων 3.8 Gt ανά έτος, που ειδάλλως θα είχαμε.
Κατά συνέπεια, είναι προφανές (αν και τόσο δύσκολα εφαρμόσιμο) πως κάθε χώρα έχει έναν ρόλο να παίξει απέναντι στο μέγεθος και στο είδος των προκλήσεων που αντιμετωπίζει στα όρια της εδαφικής της επικράτειας.

Βιβλιογραφία

WWF (2007), “Climate Solutions”, WWF’S Vision for 2050.
European Commission (2007), “Combating Climate Change”, The EU leads the way, Europe on the move series.
Stern Review (2006), “The Economics of Climate Change”.
IPCC (2007), “Climate Change 2007”: Synthesis Report, Summary for Policymakers.

0 σχόλια

Δημοσίευση σχολίου

Δημοσίευση σχολίου